Πιθανότατα
κανένας από τους νεότερους συγγραφείς δεν έχει
επηρεάσει περισσότερο την σύγχρονη
λογοτεχνία του φανταστικού από τον H.
P. Lovecraft.
Πολλοί συγγραφείς του είδους, από όλο
τον κόσμο, από τον Βρετανό Ramsey
Campbell στους Αμερικανούς
Robert Bloch και
Stephen King,
αναφέρουν ανοικτά τις επιρροές τους
από τον Lovecraft. Το έργο του έχει επανατυπωθεί
ξανά και ξανά σε νουβέλες, διάφορες
ανθολογίες, συλλογές και περιοδικά, από
επίσημες εμπορικές εκδόσεις μέχρι
μικρής διανομής περιοδικά αποκλειστικά
για fan του είδους. Η
Μυθολογία (Mythos)
που δημιούργησε, πάνω στην οποία
βασίστηκαν πολλοί μεταγενέστεροι
συγγραφείς, είναι ένα πλούσιο μωσαϊκό
αρχαίων, κοιμισμένων δαιμόνων και
απειλητικών τεράτων, απεικονισμένο με
λεπτομέρειες και εμπνευσμένο από
διάφορες παραδόσεις του παρελθόντος.
Είναι ένα κράμα κειμένων “βδελυγμάτων Eldritch” τα οποία εκτείνονται στον
“αμνημόνευτο χρόνο”, “μη ανθρώπινες
οντότητες”, “βλάσφημα κείμενα”, και
“τόπους που πρέπει να αποφεύγονται”
που περιγράφονται τόσο σχολαστικά που
οι μελετητές συχνά αναρωτιόνται αν δεν
είναι μόνο αποκυήματα της φαντασίας
του, αλλά υπάρχει και κάποια πραγματική
βάση σε αυτά. Ο Lovecraft είχε τυχόν πρόσβαση
σε τόμους αρχαίας και μυστηριακής γνώσης
τους οποίους εμείς αγνοούμε; Αυτή η
υποψία γεννάται από νύξεις και αναφορές
στο έργο κάποιων άλλων συγγραφέων, για
παράδειγμα του Ουαλού Arthur
Machen (1863–1947), αλλά ο Lovecraft
είναι πιθανώς ο πιο γνωστός. Περιέχει
το έργο του ψήγματα αλήθειας μασκαρεμένα
σαν φαντασία;
Υπάρχει άλλο
ένα στοιχείο που πρέπει κάποιος να λάβει
υπ' όψιν του: οι διάφοροι μύθοι για
χαμένες Ηπείρους. Ο πιο διάσημος από
αυτούς είναι, φυσικά, ο Μύθος της
Ατλαντίδας. Ο μύθος λέει πως ο αναπτυγμένος
πολιτισμός της έπεσε θύμα της ύβρεως
των κατοίκων της και της τιμωρίας που
αυτή επέσυρε, από τους θεούς, οδηγώντας
στην βύθιση και εξαφάνιση ολόκληρης
της Ηπείρου. Αλλά ένα τέτοιο μέρος υπήρξε
στ' αλήθεια;
Οι αναφορές
στην Ατλαντίδα είναι, πράγματι, πολύ
παλιές. Αναφέρεται πρώτη φορά το 355 π.Χ.
Από τον Πλάτωνα σε μια σειρά διαλόγων,
εκ των οποίων έχουν σωθεί μόνο ο “Τίμαιος”
και ο μισός “Κριτίας”. Εικάζεται πως
υπήρχε τουλάχιστον ένα ακόμη έργο στην
σειρά αυτών των διαλόγων. Ο Πλάτων
τοποθετεί μία υπέροχη και υψηλά
ανεπτυγμένο νησί στον Δυτικό Ωκεανό,
πέραν των “Ηράκλειων Στηλών” (το
σημερινό στενό του Γιβραλτάρ), μακριά
από την Ελλάδα. Την περιγράφει ως επίγειο
παράδεισο, με σχεδόν κάθε πολυτέλεια
που μπορούσε ο άνθρωπος να σκεφτεί και
ο πολιτισμός να παρέχει. Δυστυχώς αυτές
ο τρόπος ζωής έκανε τους ανθρώπους εκεί
αυτάρεσκους και αλαζόνες με αποτέλεσμα
οι θεοί να τους τιμωρήσουν. Έκαναν έναν
τεράστιο σεισμό που τάραξε τόσο πολύ
τη θάλασσα που κατάπιε το νησί,
καταβυθίζοντας την Ατλαντίδα στα βάθη
του Ωκεανού. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα,
αυτό συνέβη 9 χιλιάδες χρόνια πριν την
εποχή του. Από τότε ο μύθος ενός
αναβαθμισμένου και χαμένου πολιτισμού
στη Δύση παραμένει ζωντανός στις μνήμες,
αλλά μία ερώτηση παραμένει. Ο Πλάτων
χρησιμοποιούσε το μύθο της Ατλαντίδας
ως αλληγορία, μία προειδοποίηση για
τους Έλληνες της εποχής του, ή αναφερόταν
σε έναν κατεστραμμένο υπαρκτό πολιτισμό
που είχε ακούσει;
Ο μύθος αυτός
γοήτευσε αρκετούς μελετητές ανά τους
αιώνες και πολλές προσπάθειες έχουν
γίνει στο να αποδείξουν πως η Ατλαντίδα
όντως υπήρξε. Η ιδέα της ύπαρξης ενός
προϊστορικού “υπερπολιτισμού” ήταν
και είναι ακόμη πολύ δελεαστική. Διάφορες
τοποθεσίες έχουν προταθεί για το πού
βρισκόταν η Ατλαντίδα, απ' τον Αρκτικό
Κύκλο, την Ανατολική Ακτή της Βορείου
Αμερικής ως την Νέα Ζηλανδία. Ίσως η πιο
πειστική εκδοχή προέρχεται από τον
καθηγητή K.T. Frost του Queen’s University, Belfast, ο
οποίος πρότεινε πως μάλλον ήταν τμήμα
του Μινωικού πολιτισμού, στο τμήμα του
νησιού της Σαντορίνης, βορείως της
Κρήτης, η πλειονότητα του οποίου φαίνεται
να εξαφανίστηκε σχεδόν εν μία νυκτί,
γύρω στο 1500 π.Χ. Οι γεωλόγοι φαίνεται να
υποστηρίζουν τη θεωρία του Frost καταγράφοντας
μία τεράστια ηφαιστειακή δραστηριότητα
στην περιοχή, της κλίμακας του Κρακατόα,
εκείνη την εποχή. Σύντομα μετά από αυτό
το γεγονός, ο ανεπτυγμένος πολιτισμός
της Μινωικής Κρήτης κατέρρευσε. Θα
μπορούσε αυτή να είναι η καταστροφή της
Ατλαντίδας που περιγράφει ο Πλάτων;
Οι περιγραφές
για τον πολιτισμό των Ατλάντων διαφέρουν.
Το μόνο ίσως κοινό μεταξύ των περιγραφών
είναι το πόσο υψηλός ήταν για την εποχή
του. Κάποιοι τον περιγράφουν ως πολιτισμό
φουτουριστικό ακόμα και με τα δικά πας
πρότυπα, άλλοι ως έναν πολιτισμό παρόμοιο
με αυτόν της ελληνικής Κλασσικής
Αρχαιότητας εν μέσω ενός πρωτόγονου
κόσμου. Άλλες αναφορές πάλι τον
παρουσιάζουν ως ένα πιο βάρβαρο μέρος,
όπου οι κάτοικοι του, παρ' όλο που ήταν
προηγμένοι τεχνολογικά, λάτρευαν παλαιές
και τερατώδεις θεότητες. Λέγεται δε πως
πραγματοποιούσαν ανθρωποθυσίες σε
κανονική βάση. Θυμωμένος από
αυτή τη
συμπεριφορά ο Δίας καταδίκασε όλη την
ήπειρο σε ηφαιστειακή καταστροφή. Αλλά
εκτός από αυτά οι αναφορές δεν συμφωνούν
ούτε στην πολιτική οργάνωση της
Ατλαντίδας. Άλλοι την περιγράφουν ως
νησιωτική πόλη-κράτος κάνοντάς την έτσι
μικρή σε μέγεθος, ενώ άλλοι ως συνασπισμό
βασιλείων, κάποιοι μιλούν για επτά
βασιλείς, που εκτείνεται σε ολόκληρη
την ήπειρο.
Ο μύθος της
Ατλαντίδας έγινε ακόμη πιο αινιγματικός
από τον αντίστοιχο μύθο της ημι-μυθικής
γης της Υπερβορείας. Ανάμεσα στους
αρχαίους Έλληνες ζούσαν κάποιοι ξένοι
που είχαν έρθει από βόρειες χώρες. Οι
Έλληνες αναφέρονταν σε αυτούς ως
υπερβόρειους, πιθανότατα στη σημερινή
βορειοδυτική Ρωσία. Ο Πλίνιος λέει γι
αυτούς πως κατάγονται απ' το Βορρά και
πως ο ήλιος ανέτελλε συνεχώς στη χώρα
τους, μία χώρα μέλος μιας ευρύτερης
παγωμένης Ηπείρου. Οι αρχαίοι Έλληνες
πίστευαν πως ο Απόλλων διαχείμαζε σε
αυτή την περιοχή. Πιθανότατα οι άνθρωποι
αυτοί που ζούσαν μαζί με τους Έλληνες
κι είναι η πηγή του μύθου της Υπερβορείας
ήταν ένα μείγμα σκλάβων ή μισθοφόρων
προερχόμενοι από τις Σκανδιναβικές
Χώρες ή τη Ρωσία (πιθανώς σαν την
αινιγματική φρουρά των Βαράγγων του
Βυζαντινού Αυτοκράτορα). Η ιδέα της
Υπερβορείας δεν βρήκε τόσο μεγάλη
απήχηση στο έργο του Lovecraft (αν και την
αναφέρει), όσο σε έργα συγχρόνων του,
όπως του Robert E. Howard, δημιουργού του Κόναν
του Βάρβαρου.
Η γη της
Υπερβορείας, κατοικία, ψηλών και με
όμορφα μαλλιά, ανθρώπων συνόρευε με την
πατρίδα του Κόναν, την Κιμμέρια και η
εποχή όπου οι περισσότερες περιπέτειές
του συμβαίνουν, η Υβόρια Εποχή, έχει
χαρακτήρα αρχαίας εποχής. Κατά τη
διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, η
Ναζιστική Γερμανία είχε δείξει ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για την Υπερβορεία, ως πιθανή
εστία της Αρείας Φυλής, από την οποία ο
Χίτλερ ισχυριζόταν πως όλοι οι Γερμανοί
κατάγονταν. Οι Ναζί ισχυρίζονταν πως
ήταν έδρα αρχαίων αποκρυφιστικών
πρακτικών, μυστηρίων και δυνάμεων και
ως εκ τούτου οι Γερμανοί αποκρυφιστές
την τοποθετούσαν κοντά στο Βόρειο Πόλο,
πιθανώς μέσα σε μια “Τρύπα του Symmer”
(Ο Symmer ήταν ένας Αμερικανός Λοχαγός του
Πεζικού που το 1818 δημοσίευσε μία περίεργη
θεωρία, πως η Γη δεν έχει πόλους, αλλά
τρύπες. Ήταν βασισμένος σε κάποια νύξη
του Edmund Halley
που το είχε προτείνει στην προσπάθειά
του να εξηγήσει περίεργες μετρήσεις
και ενδείξεις σε πυξίδες. Αυτή η θεωρία
έχει πλέον βρει υποστηρικτές στους
κύκλους των οπαδών της θεωρίας της
“Κοίλης Γης”). Ο Χίτλερ πίστευε πως σε
αυτή την Γη κατοικούσαν γίγαντες που
ήταν τέλειοι από ανατομικής άποψης και
αυτό έγινε το πρωτότυπό του για την ιδέα
της Ανώτερης Φυλής.
Περισσότερο
ενδιαφέρουσα για τον Lovecraft ήταν μία άλλη
χαμένη ήπειρος, αυτή της Λεμούριας. Και
εκείνη, όπως και η Ατλαντίδα είχε
καταποντιστεί κάτω είτε από τα νερά του
Ινδικού είτε του Ειρηνικού Ωκεανού.
Ιστορίες ενός νησιωτικού βασιλείου
υπήρχαν έντονες ανάμεσα στους Ταμίλ,
κατοίκους της νοτίου Ινδίας και της
Κεϋλάνης (σημερινής Σρι Λάνκα) αλλά το
μέρος που αναφέρονταν το αποκαλούσαν
Kumerinatu. Ήταν η γη της καταγωγής τους από
το οποίο είχαν φύγει εσπευσμένα όταν
το κατάπιαν τα κύματα. Το όνομα Λεμούρια
(προέρχεται από τη λέξη λεμούρ, ενώ άλλη,
αμφισβητήσιμη καταγωγή του, είναι από
την γλώσσα των Ταμίλ και σημαίνει “παλαιό
κόκκινο έδαφος”) και της δόθηκε από τον
ανθρωπολόγο Philip Sclater
το 1864. Ήταν μια εποχή που η δαρβινική
θεωρία χρησιμοποιούσε “γέφυρες ξηράς”
που καταβυθίστηκαν για να εξηγήσει την
διασπορά ζώων και φυτών σε μέρη
απομακρυσμένα μεταξύ τους ανά τον κόσμο.
Βασίζονταν, δε, σε αρχαίες διηγήσεις
για να αποδείξουν πώς συγκεκριμένα ζώα,
παρόμοια μεταξύ τους, βρίσκονταν
εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και έτσι
ανατροφοδότησαν αυτές τις διηγήσεις.
Για παράδειγμα εκείνη την εποχή η χαμένη
γη των Λυοναίζ (Lyonnaisse) που
εκτεινόταν ανάμεσα στην νότια Αγγλία
και τη Γαλλία, εκεί που είναι σήμερα το
Αγγλικό Κανάλι, βρήκαν νέους υποστηρικτές
και απολάμβαναν μεγάλης προσοχής. Η
ιδέα της Λεμούριας επέτρεπε την εξάπλωση
διάφορων ειδών στην ανατολή και έστεκε
καλά στα πλαίσια της εξελικτικής θεωρίας.
Αυτό όμως που
θα ήταν ιδιαιτέρως ενδιαφέρον για τον
Lovecraft, θα ήταν το γεγονός πως τη δεκαετία
του 1880, μία ομάδα αποκρυφιστών , γνωστοί
ως Θεοσοφιστές, τραβήχτηκαν από την
ιδέα μιας χαμένης Ηπείρου, με ηγέτιδα
την εκκεντρική Helena Petrovna Blavatsky.
Η κοινωνία
των Θεοσοφιστών ιδρύθηκε το 1875 στη Νέα
Υόρκη, από τους Henry
Steel
Olcott, William
Quan Judge, και
η H. P. Blavatsky. Στην αρχή ιδρύθηκαν για να
ερευνήσουν, να μελετήσουν και να εξηγήσουν
φαινόμενα μέντιουμ (η Blavatsky ισχυριζόταν
πως είχε κάποιες ψυχικές δυνάμεις η
ίδια), αλλά σύντομα επέκτειναν το
ενδιαφέρον τους και στην μελέτη
Ανατολίτικων Θρησκειών. Η Blavatsky και ο
Olcott ταξίδεψαν εκτενώς στην Ινδία και η
Blavatsky ισχυριζόταν πως είχε επισκεφθεί
και το Θιβέτ (που τότε ήταν ιδιαιτέρως
δυσπρόσιτο στους επισκέπτες) αρκετές
φορές. Ισχυριζόταν ακόμη πως είχε έρθει
σε επαφή με τους “Μεγάλους Αφέντες”,
αρχαίους μυστικιστικούς λάμα που είχαν
δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τους
κανονικούς ανθρώπους και που ήταν σε
διαρκή επαφή με όντα σε άλλο επίπεδο.
Επίσης ισχυριζόταν πως ήταν ο αντιπρόσωπός
τους στον κόσμο (δεν άφηναν ποτέ την
βουνίσια νηστεία τους) και πως
επικοινωνούσαν μαζί της σε κανονική
βάση εξηγώντας της το θέλημά τους. Γι
να μεταφέρει την σοφία τους στην
ανθρωπότητα, οι Αφέντες της είπαν να
γράψει μία σειρά “αληθειών” το οποίο
έκανε στο πρώτο της μεγάλο έργο, Η
Ίσις Αποκαλύπτεται. Οι Αφέντες
της αποκάλυψαν επίσης της τοποθεσία
του Κήπου της Εδέμ, ο οποίος, της είπαν,
κείται σε μία “μεγάλη χαμένη ήπειρο”
που εκτείνεται νότια της Ασίας ως την
Τασμανία και που είναι η πατρίδα όλων
των αποκρυφιστικών επιστημών.
Από αυτή την
ήπειρο πήγαζε το μυστικιστικό έργο
γνωστό ως Βιβλίο
του Dzyan το οποίο έγραφε την αληθινή
ιστορία του κόσμου. Αποκάλυπτε πως η
ανθρωπότητα ήταν η τέταρτη φυλή πλασμάτων
που έζησαν πάνω στην Γη και πως οι
προηγούμενες φυλές είχαν πολλές
αποκρυφιστικές και ψυχικές δυνάμεις.
Πηγή αυτού του έργου ήταν η επικοινωνία
της H. P. Blavatsky με τους Αφέντες, οπότε
κανένα πρωτότυπο του έργου αυτού δεν
μπορεί να βρεθεί, παρ' όλα αυτά έχουν
γίνει πολλές κατοπινές εκδόσεις του.
Οι θεωρίες της Blavatsky δημιούργησαν πολύ
ενδιαφέρον ειδικότερα όταν συνέχισε
το έργο της Η Ίσις Αποκαλύπτεται με
περισσότερα Θεοσοφιστικά έργα, όπως Το
Μυστικό Δόγμα και όταν ίδρυσε μία
εφημερίδα σε Θεοσοφιστικά θέματα, η
οποία ήταν ευρείας κυκλοφορίας. Οι
αναφορές της για την χαμένη Λεμούρια
όντως προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον σε
άλλους ανθρώπους που δημιούργησαν με
τη σειρά τους δικές τους θεωρίες. Ένας
απ' αυτούς ήταν και ο Frederick Spencer Oliver.
Το 1894, ο Frederick
Spencer Oliver έφτασε στο εκπληκτικό συμπέρασμα
της ύπαρξης μιας φυσικώς ανεπτυγμένης
φυλής, αποτελούμενης από επιζήσαντες
της καταστροφής της Λεμούριας, που
έφτασαν ως την Δυτική Ακτή των Η.Π.Α.
(αυτή η θεωρία αντηχούσε άλλες προγενέστερες
που ισχυρίζονταν πως επιζήσαντες απ'
την καταστροφή της Ατλαντίδας είχαν
φτάσει στην Αμερική και είχαν προκαλέσει
την άνοδο των πολιτισμών των Αζτέκων
και των Μάγιας. Ο Oliver πρότεινε πως οι
επιζήσαντες αυτοί εγκαταστάθηκαν κάτω
από το βουνό Shasta στην Καλιφόρνια όπου
ζούσαν υποχθονίως και δημιούργησαν
πολλές υπόγειες πόλεις. Επηρέαζαν δε
τα τεκταινόμενα στην επιφάνεια και
ειδικά στην Αμερική μέσω των υπερφυσικών
δυνάμεών τους. Από καιρό εις καιρώ, δε,
παρουσιάζονταν στους απλούς ανθρώπους,
με τους οποίους διατηρούσαν ψυχικές
επαφές μέσω τηλεπάθειας, όπως οι Μεγάλοι
Αφέντες του Θιβέτ. Πιο πρόσφατα,
υποστηρικτές της θεωρίας ισχυρίζονται
πως οι επιζήσαντες αυτοί είχαν και
επαφές με εξωγήινα είδη σαν αποτέλεσμα
της αυξανόμενης δραστηριότητας ΆΤΙΑ
στην Δυτική Ακτή της Αμερικής.
Υπήρχε άλλη μία
χαμένη ήπειρος που τράβηξε το ενδιαφέρον
των ανθρώπων που ασχολούνται με το
μυστικιστικό και το αποκρυφιστικό. Αυτή
ήταν η εξαφανισμένη ήπειρος της Μου,
παρ' όλο που συχνά συγχέεται ή ταυτίζεται
με τη Λεμούρια. Η Μου προσδιορίστηκε
αρχικά ως ένας χαμένος κόσμος από τον
ταξιδευτή του 19ου αιώνα Augustus Le Ploageon
(1826–1908) και λέγεται πως βρισκόταν κάπου
στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο Le Ploageon είχε
διεξάγει κάποιες έρευνες ανάμεσα σε
αρχαία ερείπια των Μάγιας στην Χερσόνησο
του Γιουκατάν και πρόβαλε τη θεωρία πως
η Μου μπορεί να ήταν η αρχική κατοικία
της φυλής των Μάγιας. Παρ' όλ' αυτά η
θεωρία του δεν δημιούργησε ενδιαφέρον
μέχρι που ο James Churchwarden (1852–
1936) έγραψε
μία σειρά βιβλίων πάνω στο θέμα, θεωρώντας
την Μου καταλυτική για την ανάπτυξη της
Προκολομβιανής Αμερικής. Έκτοτε έχουν
αναπηδήσει κι άλλες θεωρίες για την Μου
οι περισσότερες βασιζόμενες κυρίως
στην φαντασία των συγγραφέων παρά σε
απτά στοιχεία. Μία για παράδειγμα λέει
πως η Μου ήταν η κατοικία των Κινέζων
και των Ιαπώνων και οι επιζήσαντες της
καταστροφής που την βύθισε έφεραν τις
ανεπτυγμένες και αποκρυφιστικές
πρακτικές τους από την καταβυθισμένη
ήπειρο μαζί τους. Η Μου έχει έκτοτε
προστεθεί στον κατάλογο των μυθικών
χαμένων ηπείρων και οι κάτοικοί της
στον κατάλογο των “υπερπολιτισμών”
των οποίων η γνώση είναι ως επί το
πλείστον χαμένη για τον σύγχρονο κόσμο.
Αναπάντητο
παραμένει επίσης και το ερώτημα των
θεών που αυτοί οι άνθρωποι λάτρευαν,
κάποιοι από τους οποίους θεωρούνται
ιδιαιτέρως παλαιοί. Ελάχιστα είναι
γνωστά για τη θρησκεία σε μέρη όπως η
Ατλαντίδα ή η Λεμούρια, αλλά οι θεότητές
τους θεωρούνται “βλάσφημες” και πως
υπάρχουν “από καταβολής κόσμου”.
Τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς τους
αρχαίους θεούς φαίνεται να έχουν επιζήσει
και σε νεότερους πολιτισμούς όπου
συνέχιζαν αν λατρεύονται σε διάφορες
μορφές. Ένας απ' αυτούς φαίνεται να είναι
ο Dagon, παρ' όλο που το αρχικό όνομα της
θεότητας μπορεί να ήταν κάποιο άλλο. Το
όνομα “Dagon” είναι σημιτικό προερχόμενο
από τη ρίζα “dag” που σημαίνει μικρό
ψάρι. Το όνομα καταδεικνύει έναν θεό με
σχήμα ψαριού που κολυμπούσε στο αρχέγονο
χάος. Αργότερα αναπαρίσταται σαν υβρίδιο
ανθρώπου – ψαριού. Υπήρχε ένας διάσημος
ναός στον Dagon στην πόλη Azotus, στα μισά της
Γάζας – Ιάφφας ο οποίος καθαρίστηκε
από όλα τα είδωλα από τον Ιούδα Μακκαβαίο.
Παρ' όλ' αυτά η λατρεία του Dagon
συνεχίστηκε
(κάποιοι ιστορικοί λένε πως η θεότητα
αυτή αργότερα μετασχηματίστηκε σε
θεότητα της γονιμότητας) και ήταν γνωστή
στους Φοίνικες της πρώιμης Βιβλικής
Εποχής. Ο Dagon πιθανότατα δεν ήταν η μόνη
θεότητα που επέζησε στον ρου των αιώνων,
άλλοι αρχαιότεροι και ίσως σκοτεινότεροι
ίσως επιβίωσαν στις πρώτες μυθολογίες
πολλών αρχαίων λαών δημιουργώντας έτσι
μία σύνδεση με τις πρώτες μέρες της
ανθρωπότητας.
Η σκέψη επίσης
πως διάφοροι αρχαίοι θεοί παρέμεναν
και ακόμη λατρεύονταν από τους επιζήσαντες
των αρχαίων αυτών ηπείρων, ήταν ένα
ακόμη πιο τρομακτικό σενάριο για πολλούς
ανθρώπους. Αυτοί οι θεοί είναι τερατώδεις
και μη ανθρώπινοι σε μορφή, αποτελούμενοι
από μάζες σπαρταριστών πλοκαμιών,
πανύψηλα παραμορφωμένα όντα με απολήξεις
ψευδόποδων να κρέμονται από τα βολβώδη
κεφάλια τους και με διογκωμένα και
κακόβουλα μάτια, αντικατοπτρίζοντας
τον ισχυρισμό της Blavatsky πως όλες οι
προηγούμενες φυλές από εκείνη των
ανθρώπων δεν είχαν ούτε καν υποψία
ανθρώπινης όψης.
Καθώς ξεπηδούσαν
ιστορίες χαμένων πόλεων τόσο άνθιζε
και η κερδοσκοπία γύρω από τους πολιτισμούς
που τις δημιούργησαν κατά το μέσον του
19ου αιώνα. Για παράδειγμα η ανακάλυψη
του βασιλείου των Χμερ στο Φουνάν και
η πόλη του Άνκορ Βατ βαθειά στην ζούγκλα
της Καμπότζης από τον εξερευνητή Henry
Mahout το 1860, καθώς και ιστορίες και για
άλλες χαμένες πόλεις κρυμμένες από τα
δάση του Αμαζονίου. Έτσι το ενδιαφέρον
και η έξαψη για τους αρχαίους πολιτισμούς
άρχισε να αναπτύσσεται. Απέχοντας πολύ
από τις παρυφές, έστω, της επιστήμης, η
ιδέα αυτών των μυστηριωδών πολιτισμών
κινούνταν συνεχώς προς το κέντρο της
ανθρώπινης φαντασίας.
Πηγές:
Dr.
Bob Curran,
Εγκυκλοπαίδεια των Νεκροζώντανων
arcana.wikidot.com