Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Τέρατα: Το Τέρας του Loch Ness κι άλλα θαλάσσια τέρατα


Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε γιατί ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να δημιουργήσει με τη φαντασία του Τέρατα μυθικών διαστάσεων και να τα συνδέσει είτε με τον ίδιο του τον εαυτό είτε με αρχέγονους τρόμους που τον στοιχειώνουν. Συνεχίζοντας την προσπάθεια καταγραφής των τεράτων αυτών, αυτή τη φορά ασχολούμαστε με την δεύτερη κατηγορία που θίξαμε την προηγούμενη φορά, αυτήν των τεράτων των λιμνών και των βυθών της θάλασσας.

Το Τέρας του Loch Ness κι άλλα τέρατα λιμνών

Το 1936, ο παραγωγός ταινιών Malcolm Irvine κινηματογράφησε ένα σκοτεινό όγκο, περίπου 10 μέτρων σε μήκος να κινείται αργά κατά μήκος της λίμνης Ness στην Σκωτία και πίστευε πως είχε βρει επιτέλους πειστήρια πως το διασημότερο τέρας του κόσμου όντως υπάρχει στην ίδια αυτή λίμνη που το είχαν πρωτοδεί τον 5ο αιώνα. Με αυτό το σύντομο φιλμ, η μανία αναζήτησης της Nessie αναζωπυρώθηκε και από τότε δεν υποχώρησε, αντιθέτως φαίνεται να μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο. Και παρά τις προθέσεις του Irvine η εικονοληψία του δεν έβαλε τέλος στην αντιδικία για την ύπαρξη ή μη του πλάσματος.
Οι θεάσεις της Nessie την παρουσιάζουν συνήθως σαν ένα πλάσμα με μακρύ λαιμό, σαν τα προϊστορικά Σαυρόποδα, την οικογένεια των τεραστίων διαστάσεων δεινοσαύρων με τους μακρείς λαιμούς, και λαμβάνουν χώρα από τότε που πρώτη φορά η Αγ. Κολούμπα κατέγραψε για πρώτη φορά την οπτική της επαφή με το πλάσμα αυτό το 565 μ. Χ. και σχεδόν δύο εκατομμύρια τουρίστες συρρέουν στην Σκωτία κάθε χρόνο με απώτερο σκοπό να καταφέρουν να δουν οι ίδιοι και να φωτογραφήσουν ή κινηματογραφήσουν το απατηλό αυτό πλάσμα. Τις τελευταίες δεκαετίες εθελοντές παρατηρητές δουλεύουν με βάρδιες από τα μέσα Μαΐου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου. Κάθε εθελοντής είναι εξοπλισμένος με ημερολόγιο, κιάλια, και βιντεοκάμερες με τηλεφακούς.
Θα μπορούσε άραγε ένα προϊστορικό πλάσμα να ζει σε μια λίμνη της Σκωτίας; η λίμνη Ness είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη και αρκετά βαθειά, έχει μήκος 35χιλιόμετρα και μέσο βάθος 140 μέτρα περίπου διπλάσιο από αυτό της Βορείου Θάλασσας στην οποία εκχύνεται μέσω του ποταμού Ness στην ανατολική της όχθη. Πέντε ποτάμια και 50 ορεινά ρυάκια, με τη σειρά τους, εκχύνονται στη λίμνη Ness, που δεν παγώνει ποτέ και σπάνια στρώνει χιόνι στις όχθες της ή κοντά. Η θερμοκρασία της μένει σχετικά σταθερή, στους 5,5oC, χειμώνα καλοκαίρι.
Μία από τις πιο παραδεκτές θεάσεις του τέρατος του Loch Ness έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, από τον Tim Dinsdale, μέλος του Τμήματος Αέριας Αναγνώρισης του Υπουργείου Αμύνης (Defense Ministry’s Joint Air Reconnaissance Center (JARIC)), που είπε πως ένα πράγμα μήκους 3 - 4 μέτρων που φωτογράφησε κινούνταν με ταχύτητα 10 κόμβων «ήταν σχεδόν σίγουρα ζωντανό». Τον Ιανουάριο του 1966 η Βασιλική Αεροπορία (RAF) διέταξε την ανάλυση του φιλμ του Dinsdale δηλώνοντας πως η κίνηση του νερού από την «καμπούρα» του πλάσματος υποδείκνυε πως το αντικείμενο κινούνταν με 15 χιλιόμετρα την ώρα. Κατόπιν πολλών τεχνικών συζητήσεων για το σχετικό μέγεθος και προοπτική του «μαύρου στερεού, περίπου τριγωνικού σχήματος» (η καμπούρα) και μία σύγκριση με το άγνωστο πλάσμα με κινητήρα που κινούνταν στην ίδια περιοχή (που κινηματογραφήθηκε αμέσως αφού είχε περάσει κολυμπώντας το πλάσμα), η RAF αποφάνθηκε πως το αντικείμενο «δεν ήταν ένα όχημα επιφανείας». Επίσης πως: «Μπορεί κανείς να θεωρήσει πως είναι ένα οποιοδήποτε είδος υποβρυχίου οχήματος για διάφορους λόγους, το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα πως είναι ένα αυτοκινούμενο αντικείμενο».
Την άνοιξη του 1968, ο David James, ένα πρώην μέλος του Βρετανικού Κοινοβουλίου και επικεφαλής του Γραφείου Έρευνας των Φαινομένων της λίμνης Ness, δήλωσε ότι κατά τις έρευνες του γραφείου έπρεπε να ξεκαθαριστεί πως κανένα τέρας δεν είχε ζήσει στη λίμνη εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια. Αυτό που ερευνούσε το γραφείο ήταν η πιθανότητα ένα άγνωστο πλάσμα «να αναπαράγεται και να εξελίσσεται όπως κάθε άλλο είδος αποκομμένο από την θάλασσα για πέντε με επτά χιλιάδες χρόνια». Το Γραφείο Έρευνας των Φαινομένων της λίμνης Ness επίσης ήθελε να ξεκαθαρίσει ένα πράγμα: «Υπάρχει κάτι στη λίμνη, πολλά αξιόπιστα άτοα έχουν δει πολλά, με πολύ λίγες πιθανότητες σύμπτωσης, συνενοχής ή εξορκισμού για να θεωρήσουμε το όλο θέμα σαν αποκύημα της φαντασίας κάποιου».
Το 1968, ο Dr. Roy P. Mackal, του Πανεπιστημίου του Σικάγο, βιολόγος και επικεφαλής του παραρτήματος του γραφείου στις Η.Π.Α., έλαβε μία τριετή χορηγία από την Εταιρεία Εκπαιδευτικών Επιχειρήσεων του Σικάγο η οποία συμπεριλάμβανε τις υπηρεσίες και το υποβρύχιο του Dan Taylor. Παρ' όλο που η αποστολή είχε προηγμένο φωτογραφικό εξοπλισμό, αξεσουάρ βιοψίας και άλλα προηγμένα υλικά για τη διεξαγωγή έρευνας, τα σκοτεινά καφετί νερά της λίμνης καθιστούσαν όλο τον εξοπλισμό σχετικά άχρηστο. Ο Mackal θεωρούσε πως το είδος του πλάσματος που πιο πιστά ανταποκρίνεται στο πλήθος των περιγραφών, στοιχείων και φωτογραφιών που είχαν συγκεντρωθεί από τους αναλυτές, τους αυτόπτες μάρτυρες έπρεπε να είναι κάποιο είδος θαλάσσιου θηλαστικού το οποίο θα μπορούσε να ζει πλέον των 50 μοιρών βόρειο πλάτος. Ο Dan Taylor του Hardeeville, της Νότιας Καρολίνα συνόδευσε τον Mackal στην αποστολή του το 1969 προς αναζήτηση της Nessie που χορηγούσε η Εταιρεία Εκπαιδευτικών Επιχειρήσεων, εκδότες του βιβλίου “World Book Encyclopedia”. Είχε επιλέξει να γίνει μέλος της αποστολής εξ' αιτίας των γνώσεών του στα υποβρύχια και επίσης κατείχε ένα μικρό υποβρύχιο το οποίο το είχε κατασκευάσει ειδικά για σκοτεινά νερά, σαν αυτά της λίμνης Ness. Ήταν σε ένα από τα τελευταία του περάσματα στη λίμνη όταν ο Taylor συνάντησε τη Nessie. Το υποβρύχιο βρισκόταν σε βάθος περίπου 85 μέτρων όταν ένιωσε το όχημα να γυρίζει αφύσικα, «όπως ένας λεπτοδείκτης ενός ρολογιού όταν τον γυρίζει προς τα πίσω ένα δάχτυλο», κατά τα λεγόμενά του στον δημοσιογράφο J. R. Moehringer των Τάιμς του Λος Άντζελες (16 Αυγούστου 1998). Ο Taylor ήξερε πως κάτι είχε σπρώξει το υποβρύχιο προς τα πίσω και το είχε γυρίσει, αλλά δεν του πέρασε απ' το μυαλό πως ήταν η Nessie μέχρι που αναδύθηκε. Ο D. Gordon Tucker, επικεφαλής του Τμήματος Ηλεκτρονικής Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ και μία ομάδα ειδικών στα σόναρ είχαν καλύτερη τύχη στην αναζήτηση της Nessie στα θολά νερά της λίμνης με τον ειδικό εξοπλισμό που είχαν κατασκευάσει. Κατά τη διάρκεια ενός αριθμού αποστολών στη λίμνη στο διάστημα 1968 – 1970 και σαρώνοντας με το σόναρ η μελέτη του Tucker φάνηκε να δίνει στοιχεία πως μία οικογένεια τεράτων όντως κατοικεί στη λίμνη. Σε μια περίοδο 13 λεπτών ο Tucker δήλωσε πως ηχώ από το σόναρ σκιαγράφησαν μεγάλα αντικείμενα να κινούνται υποθαλάσσια. Ένα τεράστιο αντικείμενο καταγράφηκε να κολυμπά με ταχύτητα 25 χιλιομέτρων την ώρα και να βυθίζεται με ρυθμό 150 μέτρων το λεπτό. «Από τα στοιχεία που έχουμε», κατέληξε, «υπάρχει κάποιο είδος ζωής μέσα στη λίμνη που η συμπεριφορά του είναι δύσκολο να αποδοθεί σε ψάρια».
Το 1971, ο Bob Rines, ένας παγκοσμίου φήμης κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας φυσικός και μηχανικός είδε την Nessie με τα μάτια του. Στη μέση της λίμνης τα κιάλια του εστίασαν καθαρά στο πλάσμα για δέκα λεπτά, είδε κάτι που έμοιαζε να είναι η ράχη ενός ελέφαντα. Αποπέμπει τους σκεπτικιστές που λένε πως είδε μόνο ένα κοπάδι ψάρια ή μια οπτική απάτη. Είναι εξοικειωμένος με τα πλάσματα των μεγάλων βαθών. Ήταν η πρωτοποριακή έρευνά του που βοήθησε να βρεθεί ο Τιτανικός. Το 1972, ο Rines έστησε μία ηχητική σκηνή κάτω από την επιφάνεια των νερών της λίμνης, σχεδιασμένη να εκπέμπει φως και να εκκινεί μία κάμερα όποτε ένα μεγάλο αντικείμενο περνούσε από το σταθμό. Το 1975, η κάμερα, ρυθμισμένη να τραβάει ένα καρέ κάθε 45 δευτερόλεπτα, έπιασε την εικόνα ενός πλάσματος που πιστεύει πως απεικονίζει έναν πλησιόσαυρο, ένα θαλάσσιο ερπετό, σύγχρονο των δεινοσαύρων, που ανέπνεε αέρα το οποίο θα έπρεπε να έχει εξαφανιστεί εδώ και 65 εκατομμύρια χρόνια.
Τον Μάρτιο του 1998 ο Σκοτσέζος πωλητής ζωοτροφών Richard White κέρδισε το βραβείο των 825 δολαρίων για την καλύτερη φωτογραφία του Τέρατος του Loch Ness της χρονιάς. Ο White κατευθυνόταν προς το χωριό Foyers, πάνω από τη λίμνη, όταν παρατήρησε μία παράξενη διαταραχή στα νερά στα μισά της απόστασης προς το Κάστρο Urquhart στην αντίθετη όχθη. Σταμάτησε να ρίξει μια ματιά, έπιασε την κάμερά του και άρχισε να τραβάει φωτογραφίες του τέρατος στο νερό. Ο Gary Campbell, πρόεδρος του επίσημου Φαν Κλαμπ του Τέρατος του Loch Ness, ανακήρυξε τις φωτογραφίες της Nessie του White ως τις καλύτερες που είχε δει ποτέ. Το γεγονός πως οι επιστήμονες με τη χρήση τεχνικών ανάλυσης των φωτογραφιών με τη χρήση του Η/Υ δεν κατάφεραν να δουν τι ακριβώς έδειχναν οι φωτογραφίες, μόνο προσθέτουν κι άλλο μυστήριο στην ύπαρξη του πλάσματος λέει ο Campbell. Παρ' όλο που η Nessie είναι το μακράν διασημότερο από τα τέρατα που κατοικούν σε λίμνες και λιμνοθάλασσες, υπάρχουν αναφορές για εξ' ίσου μεγάλα και παράξενα υδρόβια πλάσματα σε λίμνες ανά τον κόσμο.

Θαλάσσια Ερπετά

«Κάθε βλάκας μπορεί να δυσπιστεί στην ύπαρξη των θαλάσσιων ερπετών» σχολίασε ο Archie Willis, εκδότης εφημερίδας της Βικτόρια της Βρετανικής Κολομβίας το 1933. η διακήρυξη του Willis ήρθε ως αγκάθι στα πλευρά των σκεπτικιστών που γελούσαν με τις εκατοντάδες αυτόπτες μάρτυρες που ορκίζονταν πως είχαν συναντήσει ένα μεγάλο πλάσμα σαν τεράστιο φίδι να κολυμπά στα νερά του Ειρηνικού στην Βορειοδυτική ακτή των Η.Π.Α. Ο Willis βάπτισε το πλάσμα «Καδβορόσαυρο»(από το όνομα του λιμανιού Cadboro, της ακτής της Βικτόρια) και το όνομα παρέμεινε.
Το πλάσμα αυτό με το μακρύ φιδίσιο κορμί και το αλογόμορφο κεφάλι, καμπούρες στην ράχη του και την εκπληκτική ταχύτητα κολύμβησής του που μπορεί να φτάσει τους 40 κόμβους, είναι μέρος των παράκτιων θρύλων από την Αλάσκα ως το Όρεγκον για εκατοντάδες χρόνια. Παρ' όλο που τα νερά του Βορειοδυτικού Ειρηνικού συνορεύουν με μια από τις μεγαλύτερες τάφρους του πλανήτη – όπου σχεδόν κάθε τεράστιο θαλάσσιο τέρας θα μπορούσε να κατοικεί – ο μεγαλύτερος αριθμός θεάσεων Καδβορόσαυρου έχουν πραγματοποιηθεί στα νερά κοντά στο Βανκούβερ και την βόρεια περιοχή της Ολυμπίας.
Στο βιβλίο του “Cadborosaurus: Survivor of the Deep (2000)”, ο βιολόγος Dr. Edward L. Bousfield από το Βανκούβερ και ο Dr. Paul H. Leblond, καθηγητής Ωκεανογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, περιγράφουν το πλάσμα ως ένα κλασσικό θαλάσσιο τέρας, με ευέλικτο φιδίσιο κορμί, έναν μακρύ λαιμό που καταλήγει σε ένα κεφάλι που μοιάζει με αυτό ενός αλόγου ή μιας καμηλοπάρδαλης, την παρουσία πτερυγίων, όμοιων με των δελφινιών και των φαλαινών, και μία ουρά σαν αυτών που πιθανώς φέρει και ακίδες.
Όταν το πλήρωμα της θαλαμηγού Βαλχάλα είδε ένα θαλάσσιο τέρας κοντά στην Parahiba, στη Βραζιλία στις 7 Δεκεμβρίου του 1905, ήταν τυχεροί που είχαν στο πλήρωμά τους τους E. G. B. Meade-Waldo και Michael J. Nicoll, δύο ειδήμονες φυσιοδίφες, μέλη της Βρετανικής Ζωολογικής Κοινωνίας που έπαιρναν μέρος σε μία επιστημονική αποστολή στον Νότιο Ατλαντικό και Ινδικό Ωκεανό. Ο Meade-Waldo ετοίμασε μία αναφορά με το που είδαν το πλάσμα, την οποία παρουσίασε στην Κοινωνία στην συνάντησή τους στις 19 Ιουνίου του 1906. στην αναφορά του, είπε πως στην αρχή του έκανε εντύπωση ένα μεγάλο καφέ πτερύγιο που ξεπρόβαλε από το νερό, χρώματος σκούρου φαιοπράσινου, με πτυχώσεις στην άκρη». Το πτερύγιο του πλάσματος ήταν του εντυπωσιακού μεγέθους των 2 μέτρων σε μήκος και «προέβαλε από 45 μέχρι 70 εκατοστά από το νερό». Κάτω από το νερό και στο πίσω μέρος του πτερυγίου ο ζωολόγος είπε πως διέκρινε «το σχήμα ενός εκπληκτικού σώματος. Ένα μεγάλο κεφάλι και ένα μακρύ λαιμό που δεν ακουμπούσαν το πτερύγιο στο νερό, αλλά έβγαιναν από το νερό μπροστά του σε απόσταση, σίγουρα μεγαλύτερη από 45 εκατοστά, ίσως περισσότερο. Ο λαιμός φαινόταν να είναι σε πάχος όσο ένα σώμα αδύνατου ανθρώπου και 2,5 με 3 μέτρα ήταν έξω από το νερό». Το κεφάλι, σύμφωνα με την έγκριτη παρατήρηση του Meade-Waldo, είχε «μια πολύ χελωνοειδή εμφάνιση, όπως και τα μάτια του. Κινούσε το λαιμό του από τη μια μεριά στην άλλη με πολύ παράξενο τρόπο, το χρώμα του κεφαλιού και του λαιμού ήταν σκούρο καφέ από πάνω και ασπριδερό από κάτω». Ο Meade- Waldo δήλωσε επίσης πως αφ' ότου είδε το πλάσμα, είχε αντανακλάσεις κατά μήκος του σώματός του, με αποτέλεσμα να είναι «πιθανότατα πολύ μεγαλύτερο απ' όσο φαινόταν στην αρχή».
Ο Nicoll μίλησε για το περιστατικό με το θαλάσσιο τέρας δύο χρόνια αργότερα στο βιβλίο του “Three Voyages of a Naturalist”: «Νιώθω σίγουρος πως το πλάσμα δεν ήταν ερπετό, αλλά θηλαστικό. Η γενική εμφάνισή του, ειδικά η μαλακή όψη του πτερυγίου του, σχεδόν σαν από λάστιχο, δίνει αυτή την εντύπωση». Ανοικτά της ακτής του Ατλαντικού της Βορείου Αμερικής, υπάρχει ένα πλάσμα το οποίο κάνει περιοδικές επισκέψεις στην περιοχή του Ακρωτηρίου Άννα και το Γκλούστερ (Gloucester) της Μασαχουσέτης, για περισσότερα από 340 χρόνια. Ένας Άγγλος, ονόματι John Josselyn, ο οποίος γυρνούσε στο Λονδίνο έκανε την πρώτη παρατήρηση του πλάσματος καθώς κείτονταν «στριφογυριστό σαν καλώδιο» σε ένα βράχο του Ακρωτηρίου Άννα. Οι ναύτες θα το σκότωναν, αλλά δύο ιθαγενείς ναύτες διαμαρτυρήθηκαν, λέγοντας πως όλοι οι επιβαίνοντες θα ήταν σε κίνδυνο τρομερών αντιποίνων εάν πείραζαν το θαλάσσιο πλάσμα.
Στις 6 Αυγούστου του 1817, ο Amos Lawrence, ιδρυτής των μύλων που φέρουν το όνομά του, είδε το θαλάσσιο πλάσμα και έστειλε μία προκήρυξη για το γεγονός. Ο συνταγματάρχης Thomas H. Perkins, ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της Βοστόνης, επίσης κατέθεσε για την αλήθεια της ύπαρξης του τεράστιου ερπετού, δηλώνοντας πως ήταν περί τα 13 μέτρα σε μήκος με ένα μονό κέρατο, 22 – 30 εκατοστών σε μήκος στο κεφάλι του. Την ίδια αυγουστιάτικη ημέρα μία ομάδα ψαράδων είδαν τον θαλάσσιο γίγαντα κοντά στο Ανατολικό Σημείο και φώναξαν πως κινούνταν μεταξύ της νήσου Πεντάκιλο και της ακτής. Είπαν αργότερα πως έβλεπαν πεντακάθαρα την ραχοκοκαλιά του ερπετού καθώς έσκιζε τα νερά κυνηγώντας κοπάδια από ρέγγες γύρω από το λιμάνι. Ο πλοιοκτήτης Solomon Allen έκρινε πως το ερπετό ήταν μεταξύ 25 και 30 μέτρα μακρύ.
Πολλές γενιές κατοίκων του Γκλούστερ (Gloucester) και τουρίστες έχουν δει το ερπετό του Ακρωτηρίου Άννα, συχνά καθώς έπλεαν στο λιμάνι και σχεδόν πάντα πως κατατρόμαζαν από την εμφάνιση του τεράστιο φιδίσιου πλάσματος, τουλάχιστον 22 μέτρων σε μήκος. Τον Απρίλιο του 1975, κάποιοι ψαράδες είδαν το τέρας από πολύ κοντά και κατάφεραν να παρέχουν μία από τις καλύτερες περιγραφές του τέρατος. Σύμφωνα με τον καπετάνιο John Favazza, είδαν ένα μεγάλο σκούρο αντικείμενο, στη δεξιά πλευρά του πλοίου, περίπου 25 μέτρα μακρυά, που στην αρχή το πέρασαν για φάλαινα. Στη συνέχεια ένα φιδίσιο πλάσμα σήκωσε το κεφάλι του από την επιφάνεια του νερού, είδε τη βάρκα τους κι άρχισε να πλέει κατά πάνω τους. Ο Favazza είπε αργότερα στους δημοσιογράφους πως το ερπετό ήταν μαύρο, περισσότερο μαλακό πιθανότερα παρά με φολίδες, με σουβλερό κεφάλι, μικρά μάτια και μια άσπρη γραμμή γύρω από το στόμα του. Κολυμπούσε σκίζοντας τα νερά με τα πλευρά, όπως τα φίδια. Ήταν μεγαλύτερο από την βάρκα τους, μήκους 22 μέτρων, και υπολόγισε την περιφέρειά του στα 5 μέτρα περίπου.
Μερικοί κρυπτοζωολόγοι, άτομα που όπως είδαμε και στο προηγούμενο άρθρο, ασχολούνται με τη μελέτη και την έρευνα τέτοιων μυστηριωδών πλασμάτων, πιστεύουν πως τέτοια πλάσματα υπάρχουν όντως στις θάλασσες και τις λίμνες του πλανήτη. Υποθέτουν πως κάποιοι πλησιόσαυροι, από τα μεγαλύτερα θαλάσσια ερπετά της Μεσοζωικής περιόδου, και σύγχρονοι των δεινοσαύρων, που θεωρείται ότι εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, επέζησαν στα βάθη των σχετικά ανεπηρέαστων ωκεανών της Γης. Επειδή όμως κάποιες μαρτυρίες αφορούν παγωμένα νερά, κάποιοι πιστεύουν πως αυτά τα θαλάσσια πλάσματα είναι στην ουσία επιζήσαντα θηλαστικά προϊστορικών εποχών, κι όχι ερπετά, όπως ο πρόγονος της φάλαινας, γνωστός ως ζευγλόδων ή βασιλόσαυρος. Ο βασιλόσαυρος είχε ένα λεπτό, μακρύ, φιδίσιο κορμί και έφτανε πάνω από 25 μέτρα σε μήκος και κινούνταν με τη βοήθεια ενός μόνο ζεύγους πτερυγίων στο μπροστινό μέρος του σώματός του.
Η διαμάχη για το τι είδους πλάσματα είναι αυτά τα «θαλάσσια τέρατα» θα μπορούσε να είχε τελειώσει το 1852, όταν δύο φαλαινοθηρικά από το New Bedford το Monongahela και το Rebecca Sims, κινούνταν αργά στα τέλματα του Ειρηνικού, με τα πανιά τους χαλαρά από την απουσία του ανέμου, όταν οι παρατηρητές φώναξαν πως κάτι μεγάλο είναι στο νερό και οδήγησαν τον καπετάνιο Seabury του Monongahela να χρησιμοποιήσει το τηλεσκόπιό του για να δει το αντικείμενο. Μπόρεσε να δικρίνει μόνο ένα μεγάλο ζωντανό πλάσμα, να σπαρταρά στα νερά, σαν να ψυχορραγεί. Η πρώτη τους εντύπωση είναι πως είχαν βρει μία φάλαινα πληγωμένη από τα καμάκια άλλου φαλαινοθηρικού και πέθαινε.
Ο Seabury διέταξε τρεις βάρκες να πάνε να απαλλάξουν το κτήνος από το μαρτύριό του, και ο ίδιος μπήκε στην πρώτη βάρκα καθώς αυτή πλησίαζε το κήτος που ακόμα πίστευε πως ήταν μια πληγωμένη φάλαινα. Τη στιγμή που το πρώτο καμάκι χτύπησε το πλάσμα, ένα εφιαλτικό κεφάλι, 3 μέτρα και πλέον σε μήκος, βγήκε από το νερό και επιτέθηκε αστραπιαία στις βάρκες. Οι δύο βάρκες ανετράπησαν σε δευτερόλεπτα, πριν το τέρας υποχωρήσει, οι τρομοκρατημένοι φαλαινοθήρες κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με ένα θαλάσσιο πλάσμα που δεν είχαν ξαναδεί. Σηκώνοντας τα πανιά του για να πιάσει τον λιγοστό άνεμο που φυσούσε, το Monongahela κατάφερε να πλευρίσει τις αναποδογυρισμένες βάρκες και άρχισε να περιμαζεύει τους ναύτες που επέπλεαν στο νερό φοβούμενοι ότι το απαίσιο τέρας θα ξαναέβγαινε στην επιφάνεια και θα τους έτρωγε. Το Rebecca Sims, υπό τις διαταγές του καπετάνιου Gavitt, ήρθε δίπλα στο αδελφό του πλοίο και τα μέλη των δύο πληρωμάτων άρχισαν να συζητάνε τι είχαν συναντήσει. Το επόμενο πρωί είχαν απομακρυνθεί ελάχιστα από το σημείο του συμβάντος, όταν το τεράστιο κουφάρι του τέρατος ξαφνικά ξεπήδησε στην επιφάνεια. Ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο σε μήκος του πλοίου το οποίο εκτεινόταν στα 33 μέτρα από την πρύμη μέχρι την πλώρη και είχε ένα παχύ σώμα, περίπου 18 μέτρα σε διάμετρο. Το χρώμα του ήταν ένα καφεγκρί, με μία ανοιχτόχρωμη λωρίδα, περίπου ένα μέτρο πλατιά να διατρέχει το σώμα του. Ο λαιμός του ήταν περί τα 3 μέτρα μακρύς και στήριζε ένα ειδεχθές κεφάλι, 3 μέτρα σε μήκος και έμοιαζε με αυτό ενός αλιγάτορα. Οι εμβρόντητοι ναύτες μέτρησαν 94 δόντια στα απαίσια σαγόνια του και κάθε ένα από τα 10 εκατοστών δόντια ήταν κυρτά προς τα πίσω και κοφτερά σαν ξυράφια.
Ο Seabury ήταν πλήρως ενήμερος για την χλεύη που αντιμετώπιζαν όλοι όσοι μιλούσαν για θαλάσσια τέρατα, οπότε έδωσε εντολές να κόψουν το κεφάλι και να το διατηρήσουν σε μια δεξαμενή καθαρισμού μέχρι να επιστρέψουν στο New Bedford. Επιπλέον έγραψε μια λεπτομερή αναφορά του συμβάντος και έδωσε μια πλήρη περιγραφή του τέρατος. Εφ' όσον ο Gavitt και το πλήρωμά του ήταν παρόντες τους έστειλε με την αναφορά πίσω στο New Bedford ώστε να προετοιμάσουν το έδαφος για την έκθεση του εκπληκτικού τους ευρήματος όταν θα επέστρεφαν κι εκείνοι. Αν ο Seabury είχε δώσει και το κεφάλι μαζί με την αναφορά στο πλοίο του Gavitt, ο κόσμος που αμφιβάλει για τα θαλάσσια τέρατα, θα είχε απτές αποδείξεις για την ύπαρξή τους εδώ και 150 χρόνια. Η αναφορά του Seabury για την συνάντηση με το τεράστιο τέρας έφτασε ασφαλής στο New Bedford και πέρασε στα πρακτικά του ταξιδιού μαζί με τον όρκο του καπετάνιου Gavitt. Αλλά το Monongahela δεν έφτασε ποτέ στο λιμάνι με το εκπληκτικό φορτίο του. Χρόνια αργότερα βρέθηκε το κομμάτι από το σκαρί που έφερε την επωνυμία του στις ακτές της νήσου Umnak στις Αλεουτείες Νήσους.


Συνεχίζεται...


Πηγές:
  • Carrington, Richard. Mermaids and Mastodons. London: Arrow Books, 1960.
  • Cleary, Ryan. “Monster Beached.” The Telegram, August 2, 2001.[και στο διαδίκτυο]
  • Coleman, Loren. Mysterious America. New York: Paraview, 2002.
  • Ellis, Richard. Monsters of the Sea. New York: Alfred A. Knopf, 1994.
  • Heuvelmans, Bernard. In the Wake of the Sea Serpents. New York: Hill and Wang, 1968. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου